allergies1

Ορισµοί Αλλεργίας

Αλλεργία: Η αλλεργία είναι αντίδραση υπερευαισθησίας που επάγεται µέσω ανοσολογικών µηχανισµών. Η αλλεργία µπορεί να διαµεσολαβείται από αντισώµατα ή κύτταρα. Στις περισσότερες περιπτώσεις το αντίσωµα που χαρακτηριστικά ευθύνεται για µια αλλεργική αντίδραση ανήκει στον IgE ισότυπο και κατά συνέπεια τα άτοµα αυτά αναφέρονται ως πάσχοντα από µία IgE-µεσολαβούµενη αλλεργία. Οι IgE-µεσολαβούµενες «αλλεργικές» αντιδράσεις, δεν συµβαίνουν αποκλειστικα σε ατοπικά άτοµα.
Στη µη IgE-µεσολαβούµενη αλλεργία το αντίσωµα µπορεί να ανήκει στον IgG ισότυπο π.χ αναφυλαξία λόγω ανοσοσυµπλεγµάτων που περιέχουν δεξτράνη και η κλασσική, αν και σπάνια στις µέρες µας, ορονοσία που παλαιότερα αναφέρονταν ως Τύπου ΙΙΙ αντιδράσεις. Αντισώµατα τόσο IgE όσο και IgG ανιχνεύονται στην Αλλεργική Βρογχοπνευµονική Ασπεργίλλωση (ΑΒPΑ). Η αλλεργική δερµατίτιδα εξ΄επαφής είναι αντιπροσωπευτική αλλεργικών νοσηµάτων που διαµεσολαβούνται από Τ-λεµφοκύτταρα.

dust-mite

Ακάρεα της σκόνης

Αλλεργιογόνα: Τα αλλεργιογόνα είναι αντιγόνα που προκαλούν αλλεργία. Τα περισσότερα αλλεργιογόνα που αντιδρούν µε ΙgE και IgG αντισώµατα είναι πρωτεϊνες, συχνά δε χαρακτηρίζονται από υδατανθρακικές πλάγις αλυσίδες, αλλά αµιγείς υδατάνθρακες έχουν επίσης θεωρηθεί ως αλλεργιογόνα σε ορισµένες περιπτώσεις. Σπανίως, χηµικές ουσίες χαµηλού µοριακού βάρους, π.χ. ισοκυανιούχα και ανυδρίτες που δρούν σαν απτίνες, αναφέρονται επίσης ως αλλεργιογόνα για IgE αντισώµατα. Στην αλλεργική δερµατίτιδα εξ΄επαφής τα κλασσικά αλλεργιογόνα είναι χηµικές ουσίες χαµηλού ΜΒ, π.χ. χρώµιο, νικέλιο και φορµαλδεϋδη που αντιδρούν µε Τ-λεµφοκύτταρα.

Ατοπία: Ατοπία είναι µια ατοµική ή οικογενής τάση, συνήθως κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία, προς ευαισθητοποίηση και παραγωγή IgE αντισωµάτων, ως απάντηση στη συνήθη έκθεση σε αλλεργιογόνα, συνήθως πρωτεϊνες. Ως αποτέλεσµα, τα άτοµα αυτά αναπτύσσουν τυπικά συµπτωµάτα άσθµατος, ρινοεπιπεφικίτιδας ή έκζεµα. Οι όροι «ατοπία» και «ατοπικός» θα πρέπει να χρησιµοποιούνται για την περιγραφή της γενετικής προδιάθεσης προς IgE-ευαισθητοποίηση σε κοινά περιβαλλοντικά αλλεργιογόνα, στα οποία όλοι εκτίθενται αλλά το µεγαλύτερο µέρος του πληθυσµού δεν αναπτύσσει επίµονη IgE απάντηση. Έτσι, η ατοπία είναι ένας κλινικός ορισµός σε άτοµα που απαντούν µε υπερπαράγωγή IgE. Ο όρος ατοπία δεν µπορεί να χρησιµοποιείται πριν τεκµηριωθεί IgE-µεσολαβούµενη ευαισθητοποίηση, µέσω µέτρησης IgE αντισωµάτων στον ορό ή θετικές δερµατικές δοκιµασίες νυγµού. Τα συµπτώµατα της αλλεργίας σε ένα τυπικά ατοπικό άτοµο µπορούν να αναφερθούν ως ατοπικά, πχ ατοπικό άσθµα. Παρ’όλα αυτά, το IgE-µεσολαβούµενο άσθµα γενικά δεν θα πρέπει να λέγεται ατοπικό άσθµα. Μια θετική δερµατική δοκιµασία ή η παρουσία ειδικών IgE αντισωµάτων απέναντι σε λιγότερο κοινά αλλεργιογόνα, πχ νυγµό υµενοπτέρου ή φάρµακο, που αποτελούν έκθεση σε υψηλές δόσεις, δεν αποτελούν διαγνωστικά κριτήρια για ατοπία.

Υπερευαισθησία: Η υπερευαισθησία προκαλεί αντικειµενικά, σταθερά αναπαραγόµενα συµπτώµατα ή σηµεία, που εµφανίζονται µετά από την έκθεση σε ένα συγκεκριµένο ερέθισµα, καλά ανεκτό από φυσιολογικά άτοµα. Μη αλλεργική Υπερευαισθησία: Μη αλλεργική υπερευαισθησία είναι ο προτιµώµενος όρος για την περιγραφή της υπερευαισθησίας στην οποία δεν µπορεί να αποδειχτεί ανοσολογικός µηχανισµός.

Βιβλιογραφία
Johansson SGO, O’B Hourihane J, Bousquet J, Bruijnzeel-Koomen C, Dreborg S, Haahtela T, Kowalski ML, Mygind N, Ring J, van Cauwenberge P, van HageHamsten M, W?thrich B. A revised nomenclature for allergy. An EAACI position statement from the EAACI nomenclature task force. Allergy 2001; 56:813-824. Johansson SGO, Bieber T, Dahl R, Friedmann PS, Lanier BQ, Lockey RF, Motala C, Ortega Martell JA, Platts-Mills TAE, Ring J, Thien F, Van Cauwenberge P, Williams HC. Revised nomenclature for allergy for global use: Report of the Nomenclature Review Committee of the World Allergy Organization, October 2003. J Allergy Clin Immunol 2004; 113:832-836. Απόσπασµα από το EAACI and WAO NPS απο τους Karen Henley Davies, WAO and S.G.O. Johansson, Karolinska Hospital, Stockholm.
Ελληνική Απόδοση Νίκος Παπαδόπουλος